Λογαριασμός Μέλους

Back to Top

Ηρώων Γένεσις: Ο Barbarian πριν γίνει Ήρωας

ΠΡΙΝ ΘΕΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΣΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΩΝ ΒΑΡΔΩΝ, ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΗΤΑΝ ΑΠΛΟΙ ΘΝΗΤΟΙ

Το D&D και η λογοτεχνία του φανταστικού είναι τόσο βαθιά συνδεδεμένες, που πολλές φορες δυσκολευόμαστε να ξεχωρίσουμε, πλέον, ποιο από τα δύο εμπνέει ποιο. Τις περισσότερες φορές, συμβαίνουν ταυτόχρονα και τα δύο.  Αυτό δεν ισχύει στην περίπτωση του βάρβαρου. Χάρη στη γραφομηχανή του Robert E. Howard, η λογοτεχνία του φανταστικού απέκτησε τον χαρακτήρα που όρισε τον Βαρβαρο πολεμιστή στη συνείδηση των αναγνωστων, αλλά και των ίδιων των δημιουργών του Dungeons & Dragons, τον Κόναν τον Βάρβαρο.  

Μετά από, σχεδόν, έναν αιώνα, ο Βάρβαρος έχει αποκτήσει μια αυθύπαρκτη ταυτότητα. Συχνά, γίνεται ο στόχος εύκολων αστείων, μπερδεύοντας την απλότητα του για ηλιθιότητα. Ο βαρβαρος, όμως, συμβολίζει την τραϊμπαλική φύση του ανθρώπου, που έρχεται σε σύγκρουση με την πολιτισμένη κοινωνια, κυρίως με τις, συχνά, απάνθρωπες πλευρές της.  Αυτό δεν κάνει τον Βάρβαρο άγιο ή καλοπροαίρετο. Αντιθέτως, ο Βάρβαρος είναι βαθιά προσγειωμένος και καταλαβαίνει ότι οι νόμοι και οι παραδόσεις, πάντα, θα υποκλίνονται στις ανάγκες για επιβίωση, επικράτηση και ευημερία.

 


Προσοχή: Θεώρησε πως οι βασικές ικανότητες του πρώτου επιπέδου ενός Barbarian, δηλαδή Rage και Unarmored Defence είναι πράγματα που ο ήρωας μπορεί να διδαχθεί ή έστω να λάβει ως βασική εκπαίδευση βάσει των ιστοριών που θα διαβάσεις. Στο τέλος κάθε ιστορίας θα βρεις «πιθανά backgrounds», τα οποία είναι ένα σύνολο εμπειριών και γνώσεων που μπορεί να προηγήθηκαν ή να επήλθαν των ιστοριών, ανάλογα με το πώς θέλει ο κάθε ένας να φτιάξει τον χαρακτήρα του.

Αφήστε με να ζήσω έντονα όσο ακόμα είμαι ζωντανός- αφήστε με να γνωρίσω τους πλούσιους χυμούς του κόκκινου κρέατος & το οξύ  κρασί στον ουρανίσκο μου, την καυτή αγκαλιά λευκών χεριών, την τρελή έκσταση της μάχης όταν οι ατσάλινες λεπίδες φλέγονται κατακόκκινες, και είμαι ευτυχής.

– Κόναν ο Κιμμέριος

Ο Βάρβαρος Κρίαν (AI)

1. Το Παιδί της Λεοπάρδαλης

Η ημέρα που γεννήθηκε ο Κρίαν ήταν γιορτή για όλο το χωριό του. Οι οιωνοί του σαμάνου ήταν ξεκάθαροι. Πλέον, ανάμεσά τους ζούσε το ενσαρκωμένο πνεύμα της Λεοπάρδαλης. Από την μέρα που είδε το πρώτο του φως, οι συγχωριανοί του τον έβλεπαν με δέος και λατρεία, μια λατρεία που δεν μειώθηκε ποτέ. Αντίθετα, μεγάλωνε μαζί με το σώμα του, που έδενε από τη δουλειά στο λατομείο του χωριού, μαζί με τις πρώτες του νίκες στην πάλη, απέναντι σε έμπειρους πολεμιστές. Η χειρωνακτική δουλειά, η πάλη αλλά και η μάχη με δόρυ και σπαθί, ήταν γι’ αυτόν εύκολες και ενστικτωδώς γνώριμες. Ο χρησμός του Σαμάνου επιβεβαιωνόταν κάθε μέρα.  

Ταυτόχρονα με το χρησμό, η μοναξιά γινόταν όλο και δυσκολότερη γι’ αυτόν, μια μοναξιά που δεν είχε σχέση με εξοστρακισμό. Όλοι τον σέβονταν και πολλοί τον αγαπούσαν και σπάνια ήταν μόνος του. Του έλειπε, όμως, η συντροφικότητα που έβλεπε μεταξύ των συνομηλίκων του, ακόμα και νεότερων απ’ αυτόν. Ήξερε ότι παιδιά και γονείς τον κοίταζαν αλλιώς από τους άλλους. Μπορεί οι νέοι του χωριού να τον θεωρούσαν τον πρώτο τους, ίσως και τον επόμενο αρχηγό τους, αλλά κανένας τους δεν του είχε εκμυστηρευτεί ποτέ κάποιο πρόβλημα ή το μυστικό των πρώτων ερωτικών συναισθημάτων τους. Μπορεί να είχε πρόθυμους αντιπάλους στην παλαίστρα, αλλά ποτέ κάποιον της ηλικίας του, εκτός από τις φορές που υπήρχε κάποιο στοίχημα, για να αποδείξει κάποιος την γενναιότητα του. Μπορεί να ήταν το αγαπημένο παιδί του χωριού του, αλλά μετά από κάθε του μικρή νίκη ή κατόρθωμα, οι προσδοκίες για το επόμενο μεγάλωναν συνέχεια. Επρόκειτο για ένα τεράστιο βάρος στις πλάτες του, που δεν μπορούσε να ξεφορτωθεί.

Ο σαμάνος, που τα λόγια του έδεσαν τον Κρίαν στην ιδιότυπη κατάρα, ήταν και ο μόνος που καταλάβαινε το σκοτάδι μέσα στον νεαρό. Έβλεπε τον νεαρό να είναι συχνά μόνος και χαμένος στις σκέψεις του. Τα πρωινά του να αρχίζουν όταν για τους άλλους ήταν ήδη μεσημέρι, το βλέμμα του να μην χαμογελά όταν τα χείλη του το προσπαθούσαν. Στη γιορτή, πριν την αρχή του μεγάλου κυνηγιού, ο σαμάνος μίλησε στο χωριό για το όνειρο που του έστειλε το πνεύμα του τοτέμ τους, η Λεοπάρδαλη. Το ταξίδι που θα έπρεπε να κάνει ο εκλεκτός της μακριά από τα μέρη της φυλής του, για να κριθεί η αξία του εκλεκτού της, έπρεπε να ξεκινήσει. Έτσι, με την ευλογία των δικών του και όλου του χωριού, την επόμενη μέρα, ο Κρίαν απομακρυνόταν από το χωριό του, που χανόταν πίσω από τους λόφους. Η πλάτη του στεκόταν όλο και πιο όρθια και με κάθε βήμα ένιωθε πιο ελαφρύς και ελεύθερος.

Πιθανά Backgrounds: Folk hero, far traveler

Τι ξέρω εγώ από τους εκλεπτισμένους τρόπους, το φτιασίδωμα, την πονηριά και το ψέμα;
Εγώ, που γεννήθηκα στην άχτιστη γη, και μεγάλωσα στο ανοιχτό ουρανό.
Η πανούργα γλώσσα, η περισπούδαστη δολιότητα, καταρρέουν όταν τα ξίφη τραγουδούν.
Βιαστείται να ‘ρθείτε και να πεθάνετε σκύλοι – ήμουν άνδρας και πρωτού γίνω Βασιλιάς.

– R.E Howard The Phoenix on the Sword 1932

Νομάδες πολεμιστές. Από το βιβλίο “His dark Materials” του Philip Pullman, αγνώστου καλλιτέχνη

2. Ο Μικρός Λύκος

Ο Αχράμ γεννήθηκε ανάμεσα σε άλογα, όπως γεννήθηκε και ο πατέρας του, ο Ντράγκμα, ο πατέρας του πατέρα του -που δεν γνώρισε ποτέ- και όσοι γεννήθηκαν ποτέ στη φυλή του. Ο Αχράμ δεν έμαθε ποτέ να σπέρνει, να θερίζει και να χτίζει σπίτια από πέτρα και ξύλο. Έμαθε, από μικρός, από τον Ντράγκμα, όμως, να αρμέγει τα πρόβατα, να κυνηγά και να γδέρνει το έπαθλο του κυνηγιού του, είτε αυτό ήταν λαγός είτε ο λύκος της στέπας. Είχε μάθει τα βέλη του να πετυχαίνουν το στόχο τους, ακόμα και όταν το άλογο του κάλπαζε και ακόμα κι αν οι προβιές των λύκων δεν τρόμαζαν οποιονδήποτε αντίπαλο του. Το μακρύ κυρτό σπαθί του έκανε ακόμα και τον πιο γενναίο να το ξανασκεφτεί, πριν τον αντιμετωπίσει. Ο Αχράμ απέκτησε γρήγορα το παρατσούκλι του Νέου Λύκου δίπλα στον πατέρα του, τον Μεγάλο Λύκο και τον πρώτο πολεμιστή του καραβανιού.

Την δέκατη έκτη άνοιξη που έζησε, το καραβάνι έφυγε από τα μέρη που ξεχειμώνιαζε και ξεκίνησε να επιστρέψει στα λιβάδια και τους λόφους, που είχαν γεμίσει πράσινο χορτάρι, τροφή για τα κοπάδια τους, αλλά και το δόλωμα για τα θηράματα τους. Εκείνη την άνοιξη, όμως, το καραβάνι τους δεν ήταν το μόνο που ήθελε να βοσκήσει στο λιβάδι. Μετά από σύντομες συζητήσεις με το άλλο καραβάνι, για να αποφευχθεί το αιματοκύλισμα ανάμεσα στα καραβάνια, ένας άντρας από κάθε καραβάνι θα έπαιρνε το βάρος στην πλάτη του. Ο Ντράγκμα ήταν η προφανής επιλογή, όσο και αν προσπάθησε ο Αχράμ να πάρει εκείνος την ευθύνη. Η μάχη δεν ήταν γρήγορη ούτε μονόπλευρη. Ο Ντράγκμα πάλεψε σαν τα λιοντάρια των βουνών, αλλά οι χειμώνες βάραιναν το κορμί του και ο αντίπαλος του, αν και δεν ήταν πιο επιδέξιος στο σπαθί, είχε το σφρίγος της νιότης με το μέρος του. Η αντοχή του νεώτερου πολέμαρχου ήταν κι αυτή που βγήκε νικήτρια. Πριν ο ήλιος δύσει, αφότου όμως έκαψαν, όπως όφειλαν, το σώμα του Ντράγκμα, ήρθε το μήνυμα από τον νικητή.

Οι νόμοι της στέπας ήταν ξεκάθαροι: είτε θα ορκίζονταν υπακοή για 7 χρόνια είτε θα εγκατέλειπαν το λιβάδι. Χωρίς κανένα άλλο γνωστό και ευπρόσιτο μέρος για να πάνε, εάν δεν ήθελαν να συγκρουστούν ξανά με κάποιο άλλο καραβάνι, η επιλογή ήταν ταπεινωτική αλλά αυτονόητη. Εκείνο το ηλιοβασίλεμα, όλο το καραβάνι ορκίστηκε. Οι φίλοι και οι συγγενείς του ορκίστηκαν υποταγή για επτά χρόνια, αλλά ο Αχράμ ορκίστηκε εκδίκηση. Εφτά χρόνια. Εφτά χρόνια για να γίνει μεγαλύτερος πολεμιστής από τον πατέρα του. Εφτά χρόνια μακριά από τα λιβάδια και το καραβάνι, σε έναν άγνωστο κόσμο. Θα έδινε εβδομήντα, αν χρειαζόταν, για να πάρει την εκδίκηση του.

Πιθανά Backgrounds: Caravan expert, outlander

Ο άγριος Κραμμ

3. Ο Κλήρος

Το χιόνι είχε αρχίσει να πέφτει. Ο Κραμ ένιωθε ευγνωμοσύνη γι’ αυτό  όχι επειδή του είχε λείψει. Οι βουνοκορφές, τριγύρω του, ήταν πάντα χιονισμένες. Το χιόνι, όμως, έδειχνε ότι ο χειμώνας επιτέλους ερχόταν. Σύντομα, τα περάσματα του βουνού θα ήταν απροσπέλαστα σε οποιαδήποτε απειλή. Αυτό θα σήμαινε ειρήνη για τουλάχιστον έξι μήνες. Δεν θα μπορούσε να ζητήσει κάτι παραπάνω. Τράβηξε την κουκούλα του και κούμπωσε την κάπα του πάνω από τη μικρή του γενειάδα μέχρι και την μύτη του. Δεν κρύωνε, αλλά ήξερε ότι το κρύο μπορεί να καταβάλλει ακόμα και τον πιο γερό Νάνο. Μόνο ένας ανόητος θα πρόσεχε τους εχθρούς που εμφανίζονται διάσπαρτα και θα αγνοούσε τον εχθρό που είναι πάντα εδώ. Γυρνώντας από την περιπολία, δεν απέφυγε να περάσει από το σημείο της τελευταίας μάχης. Το πατημένο χιόνι, ανάμεικτο με το αίμα των πολεμιστών, είχε γίνει πάγος και γυάλιζε σαν βρώμικο γυαλί στον ήλιο, τυφλωνοντας τον, όταν το κοιτούσε. Δεν απέστρεψε το βλέμμα του όμως. Οι θυσίες για την υπεράσπιση του Πρώτου Βουνού έκαναν το χώρο άγιο στα μάτια του. Δεν υπήρχαν σωροί τριγύρω. Τα πτώματα των εχθρών είχαν βρει ήδη το δρόμο τους για την κοντινότερη χαράδρα. Οι ήρωες είχαν, ήδη, ενταφιαστεί στις στοές του παλιού ορυχείου, πίσω στην Πέτρα που τους γέννησε. Ησυχία και ηρεμία κυριαρχούσαν στο βουνό. Ακόμα και ο αέρας κρατούσε την ανάσα του σαν από σεβασμό.

Ήταν μακρύ και δύσκολο καλοκαίρι, όπως  δύσκολες ήταν και οι μάχες. Τα χέρια του συνήθισαν την αξίνα και την ασπίδα του. Αντίθετα με προηγούμενες χρονιές, δεν θα τα άφηνε ούτε όταν τα χιόνια θα έκλειναν τα περάσματα. Τέσσερις μέρες πριν, είχε γίνει η κλήρωση. Ανάμεσα στους λαχνούς ήταν και ένας με το όνομα του. Ήταν ντροπή, για οποιοδήποτε πολεμιστή δεν είχε παιδιά, να μην συμμετέχει. Οι Μοίρες έκριναν  ότι ήταν η σειρά του. Η γιορτή, προς τιμήν του, είχε ήδη αρχίσει. Ο αποχαιρετισμός του αμαυρώθηκε από την επίθεση, αλλά οι Νάνοι του Πρώτου Βουνού δεν πτοούνται με τίποτα. Κανένας δεν είχε όρεξη να γιορτάσει σήμερα, αλλά αύριο θα ήταν πια αργά για να γίνει. Αύριο, θα έφευγε για τα βασίλεια των Νάνων και των Ανθρώπων, για να θυμίσει, τόσο στους άλλους Νάνους, αλλά και στους Ανθρώπους, τους όρκους για βοήθεια και υλικές προσφορές σε αναγνώριση της προστασίας και της ειρήνης, που πληρώνουν οι Νάνοι του Πρώτου Βουνού με το αίμα τους. Ο Κραμ είχε ακούσει πολλές φορές ιστορίες γι’ αυτά τα μέρη. Λένε ότι οι Άνθρωποι έχουν γίνει τρυφηλοί και οι Νάνοι έχουν ξεχάσει τη μάχη. Ο Κραμ δεν ήταν σίγουρος πως πίστευε τις ιστορίες. Θα είχε την ευκαιρία να δει την αλήθεια τους με τα δικά του μάτια. Συνήθως, το ταξίδι χρειάζεται δέκα χρόνια. Είχε, όμως, το ελεύθερο να λείψει για όσο χρειαστεί, ειδικά αν κατάφερνε να βρει κάτι που θα έδινε πλεονέκτημα στους Νάνους του Πρώτου Βουνού. Προτού μπει στην σήραγγα, που οδηγούσε στο μεγάλο δώμα της γιορτής, κοίταξε τριγύρω του. Οι βουνοκορφές στέκονταν λευκές και αγέρωχες. Σήκωσε προς το μέρος τους την αξίνα του σαν να χαιρετούσε παλιούς φίλους. Ύστερα, χάθηκε στην αγκαλιά της Πέτρας. 

Πιθανά Backgrounds: Clan crafter, earthspur miner

« Δεν ψάχνουν όμως όλοι οι άνθρωποι τη ξεκούραση και την ειρήνη, κάποιοι γεννιούνται με το πνεύμα της καταιγίδας στο αίμα τους »

R.E Howard  “A Witch Shall Be Born, ” Weird Tales (1934)

Elven feral warrior (ΑΙ)

4. Πέρα από τον Ωκεανό

Η Αϊλάνη ήταν που τους είδε πρώτη. Τα ζεστά νερά, ήρεμα πλέον μετά την καταιγίδα, ήταν γεμάτα σπασμένα ξύλα και κομμάτια από πανιά, που τα κύματα ξέβραζαν στην παραλία. Η Αϊλάνη δεν είχε πάει μαζί με τους υπόλοιπους, να μαζέψει οτιδήποτε θα μπορούσε να χρησιμοποιήσουν. Από τους πιο ψηλούς αμμόλοφους αγνάντευε το πέλαγος. Δεν ήταν η πρώτη φορά που η θάλασσα, μετά από καταιγίδα, ήταν γεμάτη με περίεργα πράγματα. Ένας θεός ξέρει μόνο από ποιες μακρινές ακτές. Κάτι, όμως, είχε κινήσει την περιέργεια της. Πολλά από τα συντρίμμια ήταν πανομοιότυπα και δεν είχαν σκορπίσει μακριά το ένα από το άλλο. Ο ορίζοντας ήταν καθαρός, αλλά γρήγορα η ματιά της, κοφτερή ακόμα και για τα μέτρα των ξωτικών, έπεσε στην παραλία, όχι πολύ μακριά της. Μπορούσε να διακρίνει δύο φιγούρες. Η μία ήταν μπρούμυτα στην άμμο και η άλλη μετά βίας όρθια. Ήταν ντυμένες περίεργα. Τα ρούχα τους, αν έπρεπε να μαντέψει, ήταν από μαύρο δέρμα, που πρώτη φορά έβλεπε. 

Τους πλησίασε γρήγορα. Η περιέργεια της την είχε κυριεύσει. Όταν έφτασε κοντά, ο άνδρας, που ήταν όρθιος, γύρισε τρομαγμένος προς το μέρος της και τράβηξε ένα μακρύ μαχαίρι από τη ζώνη του. Η Αϊλάνη δεν τον θεώρησε απειλή. Κάρφωσε το μακρύ δόρυ της στην άμμο και με δυνατή φωνή άρχισε να του μιλάει. Ο ξένος δεν φάνηκε να καταλαβαίνει τη γλώσσα της, αλλά και οι λέξεις της τραχιάς γλώσσας του της ήταν άγνωστες. Όταν η Αϊλάνη πήγε προς το μέρος της άλλης φιγούρας, που πλέον αναγνώριζε ότι ήταν άντρας, για να δει αν είναι ζωντανός, το μαχαίρι του ξένου την πλησίασε επικίνδυνα. Ήξερε ότι, μάλλον, προσπαθούσε να την φοβίσει, αλλά τα ένστικτα της αντέδρασαν άμεσα. Με ένα γρήγορο χτύπημα, ακριβώς κάτω από το δεξί του μάτι, ο ξένος κατέρρευσε, για καλή του τύχη, στην αφράτη άμμο της παραλίας. Η Αϊλάνη πήρε μια βαθιά ανάσα. Ήταν εκνευρισμένη με τον εαυτό της. Τώρα, έπρεπε να κουβαλήσει δύο αναίσθητους πίσω στο χωριό της, αντί για μόνο έναν. Θα ήταν δύσκολο για τον οποιοδήποτε να κουβαλήσει έναν μόνο για τέτοια απόσταση, αλλά η Αϊλάνη ήταν περήφανη για τη δύναμη και την αντοχή της. Βέβαια, τα σχεδόν σκελετωμένα κορμιά τους θα έκαναν τον άθλο πιο εύκολο, αλλά η Αϊλάνη ήταν σίγουρη ότι θα μπορούσε να το κάνει όπως και να ήταν.

Οι ξένοι, σύμφωνα με τον γηραιό της φυλής, ήταν από μια φυλή που λέγονταν Άνθρωποι. Αφού περιποιήθηκαν τα τραύματα τους και συνήλθαν, ο γηραιός τους μίλησε στην τραχιά τους γλώσσα. Ήταν ναύτες από τις μακρινές ακτές, εκεί που δεν ζούσαν Ξωτικά, μακριά από τα πυκνά δάση ή τους φοίνικες της ακτής, σε χωριά που εκτείνονταν μέχρι όπου έβλεπε το μάτι. Η Αϊλάνη δεν μπορούσε να φανταστεί κάτι τέτοιο. Η περιέργεια της είχε κερδίσει τη σύνεση της. Περνούσε πολύ καιρό μαζί τους, μαθαίνοντας να μιλάει κάπως την γλώσσα τους. Δύο γεμίσματα του φεγγαριού μετά το ναυάγιο, όταν πια οι ναύτες είχαν αναρρώσει πλήρως και το φαγητό των Ξωτικών τους έδωσε πίσω τις χαμένες τους δυνάμεις, ζήτησαν από τον γηραιό τη βοήθεια του, για να γυρίσουν πίσω στις ακτές τους. 

Ο σοφός γηραιός έδωσε οδηγίες, για να φτιαχτεί μια βάρκα, μεγαλύτερη από τις μικρές που χρησιμοποιούσαν, για να ταξιδέψουν από νησί σε νησί. Το βράδυ, πριν την μεγάλη νηνεμία που θα επέτρεπε το ταξίδι, η Αϊλάνη ζήτησε την ευχή του γηραιού, για να πάει μαζί με τους ναύτες. Ο γηραιός, σκυθρωπός και προβληματισμένος, μετά από πολλά σιωπηλά καρδιοχτύπια, σηκώθηκε και της είπε να περιμένει. Πήγε στην καλύβα του, χτισμένη ανάμεσα από τρία δέντρα και γύρισε κρατώντας ένα μακρύ τόπι ύφασμα. Της είπε ότι και αυτός, όταν ήταν ακόμα νέος, είχε τον πόθο να ταξιδέψει, οπότε δεν θα τολμούσε να της το αρνηθεί. Με αυτά τα λόγια, ξετύλιξε το ύφασμα, μέχρι που, μέσα από τις δίπλες, φάνηκε ένα μακρύ σπαθί, λεπτοκαμωμένο αλλά στιβαρό, με λαβή για δύο χέρια και ελαφριά κλίση στην άκρη του. Της το πρότεινε και την παρακάλεσε να το πάρει. Οι Άνθρωποι δεν ήταν πάντα αγαθοί, όπως οι ναύτες και σίγουρα θα της ήταν πιο χρήσιμο από το καμάκι που πάντα κρατούσε. Η Αϊλάνη το πήρε και αγκάλιασε τον γηραιό. Την επόμενη μέρα, ένιωθε τις σταγόνες στο πρόσωπο της, όπως η μεγάλη βάρκα έσχιζε τα κύματα και ανυπομονούσε για τις περιπέτειες που την περίμεναν στην άγνωστη ακτή, μακριά από τα ήσυχα νερά των νησιών της.

Πιθανά Backgrounds: Sailor, far traveler

Επίλογος

Οι ιστορίες που παραθέσαμε είναι μόνο παραδείγματα για το παρελθόν των Ηρώων σας και η ιστορία τους μένει να γραφτεί.  Όπως όλοι οι χαρακτήρες, οι πολεμιστές  προέρχονται απ’ όλα τα φάσματα της κοινωνίας και, για πολλούς διαφορετικούς λόγους, ακολουθούν αυτό το μονοπάτι. Να θυμάστε από που προέρχεται ο Ήρωας σας και ότι, ακόμα και αν μια με΄ρα τα κατορθώματα του γίνουν τραγούδια στα χείλη κάθε βάρδου, ο πολεμιστής σας είναι ακόμα ένας απλός  «άνθρωπος». Μην βιαστείτε να συμπεριφερθεί σαν  ήρωας. Ακολουθείστε τον δρόμο που χαράξατε γι’ αυτόν και αφήστε  τις ιστορίες  και τον κόσμο του παιχνιδιού σας να τον αναδείξουν ως ήρωα. Μην φοβηθείτε να δείξετε την περιέργεια σας για τον «πολιτισμό» και τολμήστε να προκαλέσετε νόμους και καθημερινά πράγματα που δεν θα είχε ξανασυναντήσει ο Βάρβαρος σας.  Χαρείτε τις μικρές του  στιγμές εγκάρδια όπως ένας απλός και μάλλον απλοϊκός  άνθρωπος που ζει μέρα με τη μέρα, προτού  κληθείτε να ζήσετε μαζί του τις μεγάλες και ηρωικές.

Νίκος Καστρινάκης
Νίκος Καστρινάκης

peacespirit27@gmail.com

Σε μια ταβέρνα γεμάτη Goblins, επιμένει να είναι Νάνος, συγκεκριμένα ο Γκρινιάρης, πρόθυμος όμως να μοιραστεί την μπύρα του με αυτά, σε ένδειξη παραμερισμού του αρχέγονου μίσους των φυλών μας. Αιώνιος DM, σε ατέρμονη αναζήτηση για ένα πάρτι που θα τον δεχτεί σαν παίκτη. Σε αυτό το ταξίδι των δύο δεκαετιών είχε την χαρά να ταξιδέψει μαζί με διαφορετικούς ανθρώπους, έστω σαν ο ανώνυμος βάρδος που συνέλεξε τις ιστορίες των ηρώων. Μεγαλύτερη τιμή δεν θα μπορούσαν να του έχουν κάνει.